Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Αιωνία αυτού η μνήμη


Γράφει ο Ευθύλογος
Επιστρέφοντας από μια λιγοήμερη περιήγηση - προσκύνημα στον Έβρο, έμαθα το πικρό νέο.
Ο Παύλος Βρέλλης εγκατέλειψε τα εγκόσμια.
Ανήκω στους τυχερούς που μαθήτευσαν κοντά του.
Χωρίς ιδιαίτερη κλίση στο ελεύθερο σχέδιο, με κάπως καλλίτερες επιδόσεις στο γραμμικό, δεν μπόρεσα να επωφεληθώ πλήρως από το διδακτικό και καλλιτεχνικό του τάλαντο στα πέντε χρόνια που προσπάθησε να μεταλαμπαδεύσει και σε μας τη φλόγα που έκαιγε τον ίδιο για την τέχνη.
Και το κατάφερε με πολλούς. . .
Αλλά και σε μας, που οι μούσες μας στέρησαν την εύνοιά τους, κατόρθωσε να εμφυσήσει το ενδιαφέρον για την τέχνη.
Πάντα θα θυμάμαι τα σχόλιά του καθώς ζωγράφιζε διάφορα πρόσωπα και με δυο τρεις γραμμές, τους έδινε έκφραση.
Μας εξηγούσε πως πρέπει να είναι το στόμα ενός θυμωμένου, πως πρέπει να είναι τα φρύδια και τα βλέφαρα ενός μεθυσμένου κλπ.
«Όταν μεθάει κάποιος, οι μύες του προσώπου ατονούν, άρα τα βλέφαρα πρέπει να είναι μισόκλειστα, το στόμα πρέπει να είναι ........
.ελαφρά ανοιχτό και το πηγούνι πρέπει να φαίνεται σαν κρεμασμένο».
Και συμπλήρωνε. . .
«Ο ζωγράφος και ο γλύπτης πρέπει να γνωρίζουν ανατομία, μυολογία και φυσιολογία».
Και με την ευκαιρία αυτή μας έλεγε και κάτι σχετικό, π.χ. κάποια λεπτομέρεια για τον Ερμή του Πραξιτέλη ή για την αυτοπροσωπογραφία του
Van Gogh κλπ.
Μιλούσε με την ίδια ευκολία και την ίδια βαθειά γνώση, για κάθε τι που αφορά στην τέχνη. Από τις πρωτόγονες βραχογραφίες μέχρι τα σύγχρονα ρεύματα.
Μόνο που τα τόσα πολλά «πρέπει», μου δημιουργούσαν ερωτηματικά για το πόσο «ελεύθερο σχέδιο» ήταν αυτό που διδασκόμαστε.
[1]
Μεγάλος πια, χρειάστηκα κάποτε πληροφορίες για κάποιον πίνακα. Που αλλού θα κατέφευγα;
[2]
Μιλούσε επί μιάμιση ώρα χωρίς ανάσα. Μάταια προσπαθούσα να του υπενθυμίσω ότι στα πλαίσια μιας πολύ ευρείας παρουσίασης δεν μπορούσα να διαθέσω πάνω από 5 λεπτά για το συγκεκριμένο έργο.
Όλο το ταλέντο, όλη η παιδεία, όλη η ιστορική γνώση και όλη η αγάπη του για την Ελλάδα, αποτυπώθηκαν στο παγκοσμίως πλέον γνωστό «Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας Παύλου Βρέλλη».
Είναι ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων πολλά από τα οποία είναι ταξινομημένα σε ενότητες.


Πρόκειται κυριολεκτικά για έργο ζωής.
Ο ίδιος γράφει:
«Σαν χρόνο υλοποίησης τούτου του έργου, πρέπει να λογαριάσει κανείς, 50 χρόνια έρευνα και μελέτη και 12 χρόνια (τα τελευταία) χειρωνακτική και καλλιτεχνική δουλειά»
Αλλού πάλι . . . «
Τα κέρινα μέλη τα δούλεψα - όλα - πρώτα σε πηλό. Αλλά και στα επόμενα στάδια δουλειάς - από τον γύψο μέχρι το κερί, το φύτεμα της τρίχας, ... , το ντύσιμο, ... , το στήσιμο, κ.λπ. - δούλεψα τελείως μόνος και χωρίς την βοήθεια κανενός. Από ιστορικής πλευράς, τόλμησα να κάνω μια επιλογή ιστορικών αναφορών, που καθόλου να μην παραμελούν γεγονότα, αλλά απεναντίας να έχουν σημεία αναφοράς και έντασης. Δεν ακολουθώ χρονολογική σειρά σε όλα τα θέματα.Πάρα πολλά, είναι σε ενότητες - Προεπανάσταση, Επανάσταση, 1940-41. Άλλα όμως είναι μόνα τους. Αυτό γίνεται για να μπορώ να κινηθώ με ελευθερία στους χώρους, δημιουργώντας αντιθέσεις ρυθμολογικές,....

φορματικές, χρωματικές κ.λπ. Με τα κέρινα δε ομοιώματα προσπαθώ να αποδώσω δράση ή ησυχία, στοχασμό ή φρίκη κ.λπ. Στο τέλος, τα θέματα "Βυζάντιο" και "Αρχαία Ελλάδα", τα τοποθέτησα πάνω σε πλευρές ορθής γωνίας, στην διχοτόμο της οποίας έβαλα την "Μικρά Ασία". Βασική μου αρχή και πιστεύω μου είναι να μένει ανέπαφος - χωρίς παρεμβάσεις - ο κάθε φυσικός-ιστορικός χώρος, όπου έδρασαν ή μαρτύρησαν ήρωες. Μεταφέρω λοιπόν, με τον δικό μου τρόπο, τον ιστορικό χώρο στο χώρο Μουσείο και με τα κέρινα ομοιώματα δημιουργώ νέα διάσταση χρόνου» . . . «Τις πέτρες που χρησιμοποίησα για επενδύσεις ή εσωτερικά καλντερίμια, τις μάζεψα από τα γύρω βουνά. Διάλεξα χρώματα, φόρμες και αντοχή» . . . , ενώ για τις γυναίκες της Πίνδου, σε πεζό λόγο αλλά με ποιητικό οίστρο γράφει ο ίδιος
«Ξάφνιασε τον κόσμο ολόκληρο ο ηρωισμός, η πίστη, η τόλμη, το θάρρος και η αντοχή των γυναικών, που κουβαλούσαν στους ώμους τους την Ελλάδα». (εδώ)
Και με την ευκαιρία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκτός από γλύπτης και ζωγράφος, ο Βρέλλης υπήρξε και ποιητής. Έχω μπροστά μου αυτή τη στιγμή τη συλλογή του «Λαμαρίνες και παράνομοι» που εκδόθηκε το 1982. Εκεί αναφέρει ότι η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «θύμησες» πρωτοεκδόθηκε το 1969.
Και μάλιστα στην ποίηση δείχνει να προτιμά περισσότερο τις μοντέρνες τάσεις, εν αντιθέσει με τις εικαστικές του αναζητήσεις όπου φαίνεται να ακολουθεί πιο κλασσικές διαδρομές. Ίσως και λόγω της θεματογραφίας που επιλέγει.
[3]
Παραθέτω ένα οχτάστιχο από τη συλλογή του «Λαμαρίνες και παράνομοι»
Δεν ήμουν ο Κολόμβος την ανακάλυψη έκαμα πολύ αργά.
Τότε κατάλαβα  πως δεν κατέκτησα τίποτε στη γη ήμουνα ένας απ’ τους πρόσφυγες σε μέρος χωρίς πατρίδα.
Ασφαλώς κατέκτησε πάρα πολλά που η σεμνότητά του δεν του επέτρεπε να απαριθμήσει και κυρίως, αν ισχύει ότι ο άνθρωπος ζει όσο ζει το έργο του, ο Παύλος Βρέλλης κατέκτησε επάξια την αθανασία.
* * * * * * *
[1] Σύντομα βέβαια θα μάθαινα ότι, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο από τη γνώση των περιορισμών και των διαδοχικών «πρέπει», όχι μόνον στην Τέχνη αλλά παντού.
[2] Άλλωστε η σχέση μαθητή – δασκάλου, με τον καιρό είχε γίνει πλέον καθαρά φιλική. Το τονίζω γιατί και ως καθηγητής προσπαθούσε πάντοτε να έχει φιλική σχέση με τους μαθητές του. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό του οφείλονταν στην προσωπικότητά του και όχι στον ρόλο του ως καθηγητή.
[3] Εδώ εκφράζω προσωπική άποψη γιατί δεν συζήτησα ποτέ με τον ίδιο θέματα μανιέρας. Ένοιωθα πάντα πολύ μικρός για κάτι τέτοιο.
Ευθύλογος
vacon28@gmail.com
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: