Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα: η ζεστασιά της ψυχής μας



Τό ἄστρο τῶν Χριστουγέννων, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου



Του Νίκου Τσούλια

Ίσως να είναι το γεγονός ότι βρίσκονται μέσα στην καρδιά του χειμώνα, όπου του καιρού τα ανταριάσματα και οι βαρυσυννεφιές μάς ωθούν γύρω από την εστία, μάς συγκεντρώνουν όλους μαζί πολλαπλασιάζοντας την οικογενειακή θαλπωρή και τη γλυκύτητα όλων των προσώπων της οικογένειας. Ίσως να εμφανίζονται πιο προσιτά από την άλλη μεγάλη γιορτή της άνοιξης, γιατί η γέννηση μάς είναι πιο οικεία από ό,τι ο θάνατος και η ανάσταση. Ίσως να συνάπτονται με τον παιδικό μας κόσμο – τον εσωτερικευμένο κόσμο μας μιας πανίσχυρης διαχρονικότητας – όπου η αχλύς των παραμυθιών σκεπάζει ακόμα την καθαρότητα των γραμμών της πραγματικότητας διατηρώντας μια μαγευτική και μυστηριακή εικόνα της ζωής. Ίσως να εμπεριέχουν στον πιο στενό τους πυρήνα την ελπίδα της διαρκούς δημιουργίας, την αναζήτηση του ξέφωτου και του ανοιχτού ορίζοντα, την αφήγηση του παραμυθιού και της ιστορίας όπου ο ήρωας έπαιρνε από μόνος του – και όχι από …εμάς – τη μορφή του δικού μας ειδώλου και χαζεύαμε με τη μαγεία του, τη δική μας μαγεία!



Θεοφάνης ο Κρης, 16ος αι.

Αλλά τα Χριστούγεννα έχουν διαμορφώσει έναν δικό τους αστερισμό, ένα αυτοτελές σύμπαν όπου το θρησκευτικό συναίσθημα αναμιγνύεται με τις μεταφυσικές αναζητήσεις δημιουργώντας μια γλυκιά φαντασίωση στη σκέψη μας και στις υπαρξιακές αγωνίες μας. Τα Χριστούγεννα έχουν συζευχθεί με την Πρωτοχρονιά, με τις αρχέγονες και πάντα εκστασιακές πνευματικές περιπλανήσεις μας στους τόπους του χρόνου, στους τόσο άγνωστους τόπους του χρόνου. Κουβαλούν μέσα στο διαρκώς φωτεινό μήνυμά τους την πιο γλυκιά απορία: πώς ακριβώς γίνεται να γεννιέται ο Θεός εκεί μέσα στα άχυρα – που τα πιάνουμε τόσο εύκολα με τα χέρια μας – για να θεώσει τον άνθρωπο, πώς γίνεται και η ταπεινότητα να αποκτά μια τέτοια αποθέωση, πώς γίνεται και η φτωχική γωνιά, του στάβλου και των ποιμένων να μετουσιώνεται σε τόπο της ελπίδας; πώς γίνεται να προσλαμβάνεται τελικά στη σκέψη μας το ακατάληπτο;

Ακόμα και τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα των Χριστουγέννων έχουν μια άλλη μυστηριώδη υφή, έχουν μια γοητευτική ιστορία, όπου το καλό αναδύεται μέσα από το φτωχό, μέσα από το ολιγαρκές και το ταπεινό. Οι πλούσιοι ποτέ δεν μπόρεσαν να δουν κανένα κομμάτι του ειδώλου τους στη Γέννηση της ελπίδας και επιχειρούν χρόνια και χρόνια να βάλουν «φωτάκια και φωτάκια» εμπορικά, δώρα φανταχτερά για να σκιρτήσει για λίγο η καρδιά τους – η μετασχηματισμένη σε απλή αντλία αίματος καρδιά τους – σε μια γιορτή που είναι γιορτή των ταπεινών, σε μια γιορτή που είναι του Αλέξανδρου των Γραμμάτων μας, του πιο φωτεινού φτωχού μας, του Παπαδιαμάντη, σε μια γιορτή του Κάρολου Ντίκενς, της πανανθρώπινης γραφίδας των κατατρεγμένων και των καταφρονεμένων.

Τα Χριστούγεννα έχουν εμπορευματοποιηθεί, συχνά παίρνουν και την όψη «σώου», η γιορτή τους χάνει την πνευματικότητά της και απλώνεται μόνο σαν ένα θεσμικό φαγοπότι, «γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα χωρίς το Χριστό», όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ένας συνάδελφος θεολόγος. Και έτσι, όταν σβήσουν τα φώτα, όταν κορεσθεί η καταναλωτική μας βουλιμία, δεν απομένει τίποτα παρά μόνο μια απροσδιόριστη απογοήτευση.

Τα Χριστούγεννα κουβαλούν την πατρίδα μας και το νόστο μας, έχουν μαζί τους ακέραια και άφθαρτα τα όνειρα της παιδικής μας ηλικίας (της πραγματικής μας πατρίδας), εκεί μέσα στην αγκάλη των γιορτινών ημερών κάναμε τις πιο παράτολμες φαντασιώσεις μας, εκεί φτιάχναμε με τις ιστορίες των παραμυθιών τις προσωπικές αφηγήσεις του μέλλοντός μας που ποτέ δεν είπαμε σε κανέναν. Τα Χριστούγεννα θρυμμάτιζαν – με τη γλυκιά τους ακτινοβολία των μικροδώρων και των φτωχικών γλυκών και των καλοφτιαγμένων σπιτικών φαγητών και κυρίως με τη μαγεία του ελπιδοφόρου μέλλοντος που τόσο γενναιόδωρα χαρίζαμε στον εαυτό μας – το παγερό στρώμα της φτώχειας που είχε επικαθίσει πάνω από τις ζωές μας στα χρόνια της στέρησης. Και άλλαζαν τα φτωχικά χαμόσπιτα και γίνονταν τόσο λαμπερά όχι από τα υλικά αγαθά αλλά από τους ανομολόγητους πόθους του καθενός μας και από τις τόσες ευχές που γευόμαστε, από εκείνες τις ευχές στις οποίες εμείς είμαστε οι αποστολείς, εμείς οι ταχυδρόμοι, εμείς και οι παραλήπτες, οι παραλήπτες των ονείρων μας.

Αλλά για να βιώνεις κάθε φορά τη γλυκιά ζεστασιά των Χριστουγέννων, τη ζεστασιά της ψυχής, πρέπει να διατηρείς κάτι από το υφάδι της παιδικής αθωότητας – αυτής της ανεπανάληπτης σύλληψης του κόσμου – και της παιδικής ματιάς, της πρωτόλειας εκείνης ματιάς της απορίας και του θαυμασμού, πρέπει να καλλιεργείς τον κόσμο της αγάπης και της ευαισθησίας, τον μοναδικό κόσμο που σε συνέχει με τους άλλους ανθρώπους και σού κρατάει ζωντανή τη σχέση σου με την ιερότητα, πρέπει να μπορείς να βρίσκεις κάθε στιγμή την ομορφιά της ζωής και του εαυτού σου στην ταπεινότητα και στην αλληλεγγύη.

Άραγε υπάρχει άνθρωπος αυτών των Χριστουγέννων που θέλει να απομαγεύσει έστω κατ’ ελάχιστον κάτι από τη ζεστασιά τους και από την γλυκύτητά τους, κάτι από το φαντασιακό τους τοπίο, το ανακατωμένο με μύθους και ονειροπλασίες; Υπάρχει άνθρωπος που δεν προσπαθεί να φωτίσει με τη λάμψη του ιερού Άστρου όλη τη διαδρομή της ζωής του και όλες τις προσδοκίες του, έχοντας πάντα σταθερό το φωτεινό νήμα που συνδέει τη ζωή μας με το Θείο, αφήνοντας πάντα ανοιχτό το παράθυρο της μεταφυσικής αναζήτησης; Υπάρχει άνθρωπος σε μια ψυχρή εποχή της κυριαρχίας των υλικών αγαθών που δεν θέλει – όσο τίποτα άλλο – να διατηρεί μέσα του πάντα μια μικρή φλόγα – τη φλόγα της Γέννησης – που φωτίζει τα πιο γλυκά μας όνειρα (τα παιδικά μας όνειρα) και της ψυχής μας τη ζεστασιά;

πίνακας ζωγραφικής

Τσιούρης Γιώργος, Αγγελικά περάσματα

Δεν υπάρχουν σχόλια: