Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

«Να δοκιμάσουμε το ΣΥΡΙΖΑ»;

      Ακούγεται όλο και πιο συχνά η έκφραση: «να δοκιμάσουμε και το ΣΥΡΙΖΑ». Από μια σκοπιά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι μια λογική στάση και συμπεριφορά, αφού έτσι κι αλλιώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι – είτε μόνος του είτε συνεργαζόμενος με άλλο κόμμα – σήμερα η μόνη εναλλακτική επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας.
      Αλλ’ επί αυτού του συλλογισμού – της δοκιμασίας του ΣΥΡΙΖΑ – έχω μια ένσταση, μια ένσταση όχι επί της ουσίας αλλά επί της μεθοδολογίας. Και να γιατί. Η επιλογή ενός κόμματος για τις εθνικές εκλογές της χώρας – ιδιαίτερα σήμερα που η κρίση δοκιμάζει πολλαπλώς τον ελληνικό λαό – δεν μπορεί να είναι ζήτημα δοκιμασίας. Η επιλογή ενός κόμματος σημαίνει πίστη στην πολιτική πρότασή του και κυρίως αγώνας για την επιτυχία των στόχων του. Η επιλογή ενός κόμματος δεν είναι επιλογή ποδοσφαιρικής ομάδας όπου είσαι σε «απόσταση» και συμπεριφέρεσαι ως θεατής και ως παρατηρητής. Είναι συστράτευση για την εκπλήρωση τουλάχιστον των προγραμματικών στόχων του.
      Στην έννοια της «δοκιμασίας» μπορεί να τεθεί ένα ελαφρυντικό στοιχείο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα «κινούμενο τοπίο» και οι πολίτες δεν ξέρουν ποιο ακριβώς είναι το πολιτικό και κυρίως το ιδεολογικό του στίγμα. Και αυτό δεν αφορά την πολυσπερμία των συνιστωσών του – που σαφώς είναι ένα δομικό πρόβλημά του – αλλά το διαρκή μετασχηματισμό του κόμματος συνολικά μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, που είναι απόρροια πρωτίστως της μαζικοποίησής του.
      Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε ως ένα κόμμα με κομμουνιστικά χαρακτηριστικά – και πάντως με αμιγή μαρξιστική θεώρηση-, ως αντισυστημικό κίνημα, ως κόμμα ανατροπής του
κοινωνικού καθεστώτος και στη συνέχεια και «υπό το βάρος» της αύξησης της εκλογικής του επιρροής μετατράπηκε σε κεντροαριστερό κόμμα και μάλιστα στην πιο συντηρητική εκδοχή του. Η επόμενη μεταμόρφωσή του είναι ήδη προδιαγεγραμμένη και δεν χρειάζεται κάποιος να περιμένει για να δει την εξέλιξη μέσω της δοκιμασίας, όπως το μικρό παιδί που μαθαίνει ότι η κουζίνα καίει μέσα από το δοκιμασία της αφής του χεριού του. Ο ΣΥΡΙΖΑ αν κυβερνήσει, θα κυβερνήσει ως κεντροδεξιά και μάλιστα με νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, χωρίς να έχει καν τη θεωρητική δυνατότητα κάποιας άλλης εναλλακτικής και επιλογής. Θα διατηρήσει δε το όποιο αριστερό περιεχόμενό του στα ήσσονος σημασίας θέματα – και πάντως όχι στις βασικές οικονομικές πολιτικές -, όπως στο θέμα των μεταναστών ή στο θέμα της προσευχής στα σχολεία κλπ, αν και θεωρώ ότι και σ’ αυτά τα ζητήματα θα εμφανιστεί πολύ πιο συντηρητικός από ό,τι στις σημερινές διακηρύξεις του. Απτό και πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της περιφερειάρχη Αττικής, όπου δίνεται ρεσιτάλ πλήρους υιοθέτησης της προηγούμενης πολιτικής που την αντιμαχόταν περίπου ως καταστροφική πολιτική και ως «ταξικό εχθρό».
      Το γεγονός ότι σήμερα ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος – αυτός που θα άλλαζε το κοινωνικό σύστημα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά θα ήταν και καταλύτης για την Ευρώπη – είναι το προγεφύρωμα της πλήρους αναστροφής της πολιτικής του πρότασης και ταυτόχρονα αποτελεί το άλλοθι για την αναπόφευκτη μελλοντική απογοήτευση των προσδοκιών και τη σχετική διάψευση των ελπίδων.
      Εδώ αυτό το σημείο είναι και το πρόβλημα των περισσότερων Ελλήνων. Γιατί θεωρώ ότι ανεξάρτητα από το κοινωνικό σώμα που θα στηρίξει εκλογικά – είτε ολόψυχα είτε δοκιμαστικά – το ΣΥΡΙΖΑ οι περισσότεροι Έλληνες θα επιθυμούν την επιτυχία της διακυβέρνησης από το κόμμα αυτό, γιατί μια τέτοια επιτυχία θα συνδέεται με την πολιτική σταθερότητα και με την έστω σταδιακή υπέρβαση της κρίσης. Αλλά για να υπάρχει μια τέτοια κουλτούρα πέραν του στενού κομματικού ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ απαιτείται η μείωση των προσδοκιών.
      Γιατί το κόμμα αυτό έχει εξαγγείλει μύριες όσες επιμέρους πολιτικές επαναφοράς στην προ κρίση κατάσταση της χώρας! Αλλά πόσο αφελής μπορεί να είναι κάποιος για να πάρει στα σοβαρά μια τέτοια εξαγγελία; Ήδη τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ – και κυρίως ο αρχηγός του – ξεφορτώνουν το κάρο των υποσχέσεων. Ξεφορτώθηκε και η μονομερής διαγραφή του χρέους και η μη αναγνώριση του χρέους και φυσικά το πρότερο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων και των εργατών γενικότερα.
      Η κρίσιμη πρόκληση του ΣΥΡΙΖΑ – κατά τη γνώμη μου – είναι η πολιτική του απέναντι στους δανειστές και στις αγορές. Θα είναι πολιτική πυγμής ή πολιτική κοινής συμφωνίας; Εδώ οι απαντήσεις έρχονται από μόνες τους χωρίς την ανάγκη της δοκιμασίας. Έχουμε και την εμπειρία του πολύκροτου συνθήματος του κόμματος αυτού του «δεν πληρώνω» στα διόδια και την πλήρη αποτυχία και την πιο απόλυτη γελοιοποίησή του. Και αν αυτό συνέβη σ’ ένα ζήτημα τόσο εύκολο, είναι πρόδηλο το τι μπορεί να συμβεί σε ένα «δεν πληρώνω» στους δανειστές. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κινηθεί μονομερώς με βάση το πάλαι ποτέ ιδεολογικό αριστερό στίγμα του, θα συναντήσει την απόρριψη από την «άλλη πλευρά». Και από μια τέτοια εξέλιξη το πιο πιθανό είναι να βγουν χαμένες και οι δύο πλευρές και πάντως όχι ισομερώς. Γιατί οι μεν αγορές θα χάσουν κάποια από τα υπερκέρδη τους, ενώ εμείς θα βυθιστούμε σε γενικότερη αστάθεια. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι απολύτως βέβαιο ότι η οικονομική – και όχι μόνο –κατάσταση στη χώρα μας θα χειροτερεύσει. Εκτός αν υιοθετηθεί εκείνη η «ευφυής πρόταση» του κ. Στρατούλη να κόψουμε δικό μας χρήμα και να πληρώνουμε τις εισαγωγές των προϊόντων με δραχμές!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: