Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (1979-2009)

TOY Χρήστου Κάτσικα

30 χρόνια πανελλαδικές, η ίδια ιστορία: ταξικοί φραγμοί, αμάθεια, φροντιστήρια

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι σήμερα ένα «φάντασμα» πλανιέται πάνω από την ελληνική εκπαίδευση: το «εξεταστικό» ή, με άλλα λόγια, ο τρόπος και οι όροι πρόσβασης των νέων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε 4 βασικές αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Την περίοδο 1980-1983 (Πανελλήνιες Εξετάσεις), την περίοδο 1984-1998 (Γενικές Εξετάσεις), την περίοδο 1999-2004 (Πανελλαδικές εξετάσεις Ενιαίου Λυκείου) και την περίοδο 2005-2008 (Πανελλαδικές εξετάσεις Γενικού Λυκείου).

Επί Κοντογιαννόπουλου


Πριν από 30 περίπου χρόνια, το Νοέμβριο του 1978, ο τότε υφυπουργός Παιδείας Βασίλης Κοντογιαννόπουλος ανήγγειλε, «εν μέσω πανηγυρισμών», το νέο τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, σύμφωνα με τον οποίο οι μαθητές θα έδιναν εξετάσεις στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου και τα αποτελέσματά τους θα χρησίμευαν όχι μόνο για τη σχολική αξιολόγηση του μαθητή (προαγωγή – απόλυση), αλλά και ως κριτήρια για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Η βασική «καινοτομία» των Πανελληνίων Εξετάσεων, δηλαδή η διπλή εξεταστική δοκιμασία (Β΄ και Γ΄ Λυκείου), όξυνε τις εκπαιδευτικές ανισότητες και «καθιέρωσε», πραγματικά, την ταχύτατη εξάπλωση των φροντιστηρίων, αφού μετέτρεψε τη λυκειακή βαθμίδα σε εξεταστικό κέντρο. Αποτέλεσμα; Τα περίπου 500 φροντιστήρια που υπήρχαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 (1977), το 1982 να έχουν γίνει περίπου 1.000 που λειτουργούν ήδη στην Αθήνα και σε όλες τις πρωτεύουσες νομών.
Η «γέννηση» των Γενικών Εξετάσεων
Το 1983 οι «Πανελλήνιες Εξετάσεις» μετονομάζονται σε «Γενικές Εξετάσεις». Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, το νέο σύστημα στόχευε στην «ελάττωση της απορρύθμισης της λειτουργίας του Λυκείου» με τον περιορισμό των Γενικών Εξετάσεων μόνο στη Γ΄ Λυκείου. Με κάποιες παραλλαγές, το σύστημα των Γενικών Εξετάσεων ισχύει μέχρι το 1998. Το αν εκπλήρωσε τους στόχους του το δείχνουν καθαρά τα παρακάτω αποκαλυπτικά στοιχεία: Ενώ το ποσοστό των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολούθησαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα το 1984 ήταν 65%, το 1993 έφτασε το 95%!
Από το 2005 το ΥΠΕΠΘ επιβάλλει τη «βάση του 10», ως πανάκεια που θα προσέφερε τη δυνατότητα στο Λύκειο να οικοδομήσει «τη μορφωτική του αποστολή».
Από το 1984 μέχρι το 1988 στη διάρκεια των Γενικών Εξετάσεων οι βαθμοί των τριών τάξεων του Λυκείου λαμβάνονται υπόψη σε ποσοστό 25%. Αποτέλεσμα; Βαθμοθηρία, και, βέβαια, τελικά βαθμολογικός πληθωρισμός. Οι μαθητές που βαθμολογούνται με «άριστα» πενταπλασιάζονται μέσα σε μια 8ετία – 9ετία και από 2,3% τη σχολική χρονιά 1977/1978 γίνονται 11,9% το 1985/1986 για να προσγειωθούν το 1994 στο 8,5%, όταν πια είχε καταργηθεί το καθεστώς συμμετοχής τους στα κριτήρια επιλογής των εξετάσεων.

Επί Αρσένη




Το 1997, ο υπουργός της Παιδείας Γεράσιμος Αρσένης «γέμισε» τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων με τις εξαγγελίες για την κατάργηση των Γενικών Εξετάσεων και την ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια. Τα αποτελέσματα; Υποβαθμίζεται μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η μορφωτική λειτουργία του Λυκείου, ενώ τα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση χιλιάδες μαθητές όχι μόνο δεν είχαν πρόσβαση στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, αλλά «κόπηκαν» ακόμη και από τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη Β΄ ή τη Γ΄ Λυκείου. Το 1999, στα γεννητούρια του, «κατασπάραξε» 30 χιλιάδες μαθητές, το 1/3 του μαθητικού πληθυσμού της Β΄ Λυκείου. Το 2004, στα τελευταία του, αξιολόγησε ένα στα δύο παιδιά που φοιτούσαν στη Β΄ Λυκείου με βαθμό κάτω από τη βάση. Η διαρροή των μαθητών, π.χ., από τη Β΄ στη Γ΄ Λυκείου από 4,4 % των μαθητών (το 1993/1994) έφτασε το 2000 το 25%
Παράλληλα, ενώ το 1994 το ποσοστό των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 55-60%, το 2000 ξεπέρασε το 85%! Μόνο μέσα στα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος, 1999-2000, αυξήθηκαν κατά 50% οι ιδιωτικές δαπάνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα.

Επί Γιαννάκου

Από το 2005 το ΥΠΕΠΘ (υπουργός Μ. Γιαννάκου) επιβάλλει την περιβόητη «βάση του 10», την οποία παρουσίασε ως πανάκεια που θα προσφέρει τη δυνατότητα στο Λύκειο να οικοδομήσει «τη μορφωτική του αποστολή και δυναμική ως σχολείο γενικής μόρφωσης», θα καλλιεργήσει «το ενδιαφέρον των μαθητών για την απόκτηση της γνώσης στο σύνολο των μαθημάτων του Λυκείου», θα «αυξήσει τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών» και «θα περιορίσει το φροντιστήριο».
Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική, καθώς δεν επρόκειτο παρά για μια επιχείρηση νομιμοποίησης του εξοστρακισμού των πιο αδύνατων κοινωνικά και σχολικά και για ένα «στένεμα» των διόδων των πανεπιστημίων που «έκλεινε το μάτι» στα εκατοντάδες Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών και των λεγόμενων Κολεγίων, στα οποία προσφέρονταν έτοιμη πελατεία το «πλεόνασμα» των υποψηφίων που δεν θα εισάγονταν. Συνολικά, από το χρόνο εφαρμογής της «βάσης του 10», μέσα σε τέσσερα χρόνια, έμειναν ακάλυπτες 60.000 θέσεις σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, ενώ, βέβαια η νέα αυτή ρύθμιση έριξε νέο λίπασμα στην αρένα του ανταγωνισμού και των φροντιστηρίων.
Ενώ το 1994  το ποσοστό  των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολουθούσαν φροντιστήριο  και ιδιαίτερα μαθήματα ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 55-60%,  το 2000 ξεπέρασε  το 85%!
Αν κανείς ανιχνεύσει το «σώμα» της πρότασης του προέδρου του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ), κ. Γιώργου Μπαμπινιώτη, για την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, θα διαπιστώσει ότι το «παιδαγωγικό ευαγγέλιο» και η «γραμματική» του κ. καθηγητή αποτελεί, χωρίς να δηλώνεται, την παλινόρθωση μιας εξεταστικοκεντρικής οργάνωσης του Λυκείου.
Πράγματι! Αν κανείς ξύσει τα γνωστά παραπλανητικά σοβατίσματα, θα ανακαλύψει ότι ο κ. καθηγητής προτείνει το παρακάτω:
Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Λυκείου οι μαθητές να διαγωνίζονται σε περιφερειακά τεστ (τοπικές εξετάσεις τύπου πανελλαδικών) και, όποιος καταφέρει και «επιζήσει σχολικά», μετά το τέλος του Λυκείου, να δίνει εξετάσεις πανελλαδικού χαρακτήρα για την εισαγωγή του στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ενώ το 1994 το ποσοστό των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα που παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 55-60%, το 2000 ξεπέρασε το 85%!

Και τι θα πει αυτό!!
Με την ίδια λογική θα μπορούσε να πει κάποιος:
Ενώ το 1994 το ποσοστό των οικογενειών στην Αθήνα που είχαν δυο αυτοκίνητα ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 55-60%, το 2000 ξεπέρασε το 85%!
Απλούστατα ανέβηκε το βιοτικό επίπεδο των Αθηναίων, ανέβηκαν και οι φιλοδοξίες για τα παιδιά τους.
Και μη πει κάποιος ότι κάνουν οικονομία σε άλλα έξοδα!
Έχουμε και λέμε:
1 ώρα τη βδομάδα Έκθεση
2 ώρες τη βδομάδα Φυσική
3 – 4 ώρες τη βδομάδα Μαθ/κά
1 -2 ώρες τη βδομάδα Χημεία
2 ώρες τη βδομάδα Βιολογία
Μαζεύονται 9 με 11 ώρες τη βδομάδα. Άντε δεν κάνει όλα αυτά τα Μαθήματα μαζί
Εφτά (7) ωρίτσες τη βδομάδα τις θέλει οπωσδήποτε. (Και για τις άλλες κατευθύνσεις ανάλογα είναι τα πράγματα. Αρχές Οικονομίας , Προγραμματισμός, Αρχαία, Ιστορία κλπ κλπ)
Λοιπόν 7 ώρες με 40 – 50 € την ώρα (Είναι Αθήνα, δεν είναι Γιάννενα)
Μας κάνουν 280 – 350 € τη βδομάδα δλδ 1200 με 1400 € το μήνα ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ!!!
Έ!! Ο φτωχός όση οικονομία και να κάνει δεν του περισσεύουν τόσα λεφτά για να τα δώσει σε ιδιαίτερα.
Έχει και πληρώνει αυτός που θέλει ιδιαίτερο.
Δεν είναι για λύπηση.

Ανώνυμος είπε...

... Μας κάνουν 280 – 350 € τη βδομάδα δλδ 1200 με 1400 € το μήνα ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ!!!

Σωστός.
Τόσα δεν βγάζει ο φτωχός.
Πως να του περισσέψουν;
Μόνο δυο τρόποι υπάρχουν για να καταργηθεί το ιδιαίτερο στην Ελλάδα.
1ος: Αν τα παιδιά πάνε το πρωί σχολείο και γυρίζουν βράδυ σπίτι.
Δηλαδή πραγματικό ολοήμερο σχολείο. Τότε δεν θα υπάρχει χρόνος.
2ος: (Κάπως απίθανος) Να αναπτυχθεί η βιομηχανία και να βρίσκουν από τα 18 χρόνια τους σίγουρη και καλοπληρωμένη δουλειά.
Τότε δεν θα ζορίζονται να πάνε στο Πανεπιστήμιο και να χαραμίζουν τα καλλίτερα χρόνια της ζωής τους ακούγοντας "ακαδημαϊκές παπάρες".

γιωργος είπε...

Πόσο αλήθεια κρύβουν οι λέξεις!!!