Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου ή διωγμός των εκπαιδευτικών;

Του Νίκου Τσούλια
Μια πρώτη ματιά στην αντι-εκπαιδευτική πρόταση του Υπουργείου Παιδείας.


Το Σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος «Αξιολόγηση των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» του Υπουργείου Παιδείας αποτελεί μνημείο αντι-εκπαιδευτικής και αντιπαιδαγωγικής αντίληψης για την ιστορία της εκπαίδευσής μας και για το εκπαιδευτικό κίνημα, αποτελεί ύβρη για τον κρίσιμο και πολυσύνθετο ρόλο του εκπαιδευτικού και επιχειρεί να οδηγήσει το σχολείο στη μέγγενη ενός στείρου διοικητικού ελέγχου.

Οι ιθύνοντες του Υπουργείου Παιδείας και οι συντάκτες του κειμένου δεν έχουν καμιά επαφή με την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Δεν γνωρίζουν τις ανάγκες του σχολείου και τις μορφωτικές επιταγές της εποχής μας. Δεν γνωρίζουν ούτε καν τη βασική αρχή ότι η αξιολόγηση στην εκπαίδευση, πάντα και όπου εφαρμόζεται, αφορά την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και όχι μόνο την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, γιατί δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπάρξει μια τέτοιου είδους αξιολόγηση. Αυτή η αντίληψη – πρόταση δηλώνει ευθέως την ανυπαρξία σύγχρονης εκπαιδευτικής πολιτικής, δηλώνει τους πραγματικούς στόχους του Υπουργείου που δεν έχουν καμιά σχέση με την αξιολόγηση που χρειάζεται το σχολείο. Και γι’ αυτό δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να ευδοκιμήσει.

Όλοι οι μελετητές της εκπαίδευσης διεθνώς δεν έχουν ποτέ καν μιλήσει για αυτόνομη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, γιατί
δεν μπορεί να σχεδιαστεί μια τέτοια αξιολόγηση σε έναν πολυπαραγοντικό θεσμό, στο θεσμό του σχολείου. Ή οι ιθύνοντες είναι αφελείς και άσχετοι – κάτι που δεν μπορεί να τεκμηριωθεί – ή είναι φοβερά κυνικοί. Γιατί κάνουν ότι δεν γνωρίζουν ένα ουσιώδες στοιχείο, που το γνωρίζει κάθε πολίτης. Το όποιο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα, η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, οι σχολικές εκροές, τα μορφωτικά εφόδια των μαθητών μας είναι αποτέλεσμα των εξής παραγόντων: α) της σύγχρονης δημοκρατικής και ορθολογικής εκπαιδευτικής πολιτικής, β) της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης, γ) των ουσιαστικών μορφωτικών στοχεύσεων των αναλυτικών προγραμμάτων και της εκπαιδευτικής και επιστημονικής ποιότητας των σχολικών βιβλίων, δ) της εξασφάλισης των αναγκαίων υποδομών ε) της συνεργασίας διοίκησης / πολιτείας, εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων στ) της πολιτισμικής, της κοινωνικής και της οικονομικής κατάστασης του λαού μας και των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων και ζ) της επιστημονικής και παιδαγωγικής ικανότητας (πιο ορθά αρτιότητας) των εκπαιδευτικών.

Και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, σύμφωνα με την επιστημονική – διεθνή και ελληνική – βιβλιογραφία και με τις έρευνες και τις αναλύσεις όλων των εκπαιδευτικών (και μη) οργανισμών και φορέων (Διεθνής Οργάνωση των Εκπαιδευτικών, Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία των Εκπαιδευτικών, UNESCO, OECD, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΟΙΕΛΕ, ΠΟΣΔΕΠ κλπ), ακόμα και των σχετικών φορέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σημαντικός και καθοριστικός. Γι’ αυτό όλες οι θεωρήσεις συγκλίνουν στην εξής πρόταση: Να εξασφαλιστούν στους εκπαιδευτικούς όλα εκείνα τα εφόδια και οι σχολικές προϋποθέσεις, έτσι ώστε απερίσπαστοι και δημιουργικοί να επιτελέσουν τον κρίσιμο ρόλο τους και φυσικά να αξιολογούνται, γιατί η σύγχρονη κοινωνία επενδύει πολλά στη μόρφωση των παιδιών και των νέων. Σε μια τέτοια κοινωνική – μορφωτική “συμφωνία” μπορούν να τεθούν οι πολιτικές προκλήσεις για το εκπαιδευτικό επάγγελμα. Σε μια τέτοια “συμφωνία” η πολιτεία έναν ρόλο έχει, να “αγκαλιάσει” τους εκπαιδευτικούς και όχι να τους τοποθετήσει … απέναντι.  

Η πρόταση του Υπουργείου Παιδείας κλείνει τα μάτια στην εκπαιδευτική πραγματικότητα – γιατί προφανώς η εκπαίδευσή μας με την ευθύνη του Υπουργείου δεν λειτουργεί σωστά -, η πρόταση αυτή δεν αποσκοπεί στην βελτίωση της λειτουργίας του σχολείου. Αντί το κέντρο βάρους της αξιολόγησης να είναι στο τι γίνεται μετά, στο τι μέτρα παίρνονται – γιατί η αξιολόγηση δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για να βελτιωθεί η ποιότητα στην εκπαίδευση -, το σχέδιο είναι επικριτικού μόνο πνεύματος στην όλη λειτουργία του εκπαιδευτικού και αποβλέπει αποκλειστικά στην απόρριψη μέρους του εκπαιδευτικού σώματος (εφεδρεία κλπ) για λόγους δημοσιονομικούς που απορρέουν από τις επιταγές της τρόικα και από τις πολιτικές της λιτότητας.

Βρίσκομαι στην εκπαίδευση περίπου 30 χρόνια και γι’ αρκετά απ’ αυτά στη θέση του προέδρου της ΟΛΜΕ και μπορώ να ισχυριστώ ότι ένα τέτοιο αντι-εκπαιδευτικό έκτρωμα δεν έχει υπάρξει ποτέ κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Μπορώ να ισχυριστώ ότι το σχέδιο αυτό είναι σχέδιο δίωξης των εκπαιδευτικών, είναι σχέδιο απόλυτης χειραγώγησης της παιδαγωγικής ελευθερίας των εκπαιδευτικών, είναι σχέδιο πολιτικού / διοικητικού ελέγχου του σχολείου με τρόπο πλήρως απαξιωτικό για την παιδαγωγική αυτονομία και την παιδαγωγική ευθύνη που διαμορφώνεται από τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους μαθητές. Για να ισχυροποιήσω την παρακάτω άποψή μου / ερώτημά μου – και μόνο γι’ αυτό – αναφέρω το εξής. Έχω παρακολουθήσει δεκάδες εκπαιδευτικά συνέδρια και σεμινάρια, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ήμουνα εισηγητής σε αρκετά απ’ αυτά, αρθρογραφώ πέραν των εφημερίδων για πολλά χρόνια σε εκπαιδευτικά περιοδικά, έχω κάνει διδακτορική διατριβή στην ειδική αγωγή, διαβάζω σχεδόν κάθε στιγμή, παρακολουθώ για πολλά χρόνια τα εκπαιδευτικά δρώμενα με συγκροτημένο τρόπο.

Ποια είναι η άποψή μου / το ερώτημά μου; Όλα αυτά τα στοιχεία που δήθεν μπορούν να αξιολογηθούν και να ποσοτικοποιηθούν, όλες αυτές οι γνώσεις και οι δεξιότητες που προαπαιτούνται προκειμένου να αξιολογηθούν οι εκπαιδευτικοί, ποιος αξιολογητής μπορεί να τις κατέχει; Επειδή αντέγραψαν κάποια θεωρητικά κείμενα, νομίζουν ότι αυτό είναι πρόταση αξιολόγησης ή μήπως επιχειρούν με τα επιστημονικοφανή φληναφήματά τους να επικαλύψουν τους πραγματικούς στόχους τους; Θεωρώ ότι, αν η όλη κατάσταση δεν ήταν δραματική λόγω του πραγματικού στόχου του Υπουργείου για «ξωπέταγμα εκπαιδευτικών» και λόγω της καθολικής αλλοίωσης του πραγματικού ρόλου της αξιολόγησης, θα άγγιζε τα όρια του επιστημονικά και εκπαιδευτικά γελοίου. Και είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή ο ιστορικός της εκπαίδευσης «θα αναγκαστεί» να μιλήσει και γι’ αυτή την πλευρά.

Αλλά πέραν της περιγραφής και της ανάλυσης, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί. Πρώτον, απορρίπτουμε με τον πιο απόλυτο τρόπο το εν λόγω αντι-εκπαιδευτικό πόνημα τόσο στις βασικές πολιτικές και αντιπαιδαγωγικές στοχεύσεις του όσο και στα επιμέρους σημεία του. Δεύτερον, αναδεικνύουμε και διεκδικούμε να υλοποιηθεί η πρόταση της ΟΛΜΕ – η φοβερά άρτια πρόταση της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου στο 8ο Εκπαιδευτικό Συνέδριο (σελ 84) – για να βελτιωθεί η ποιότητα στην εκπαίδευση. Τρίτον, οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες αναλαμβάνουν πρωτοβουλία για διάλογο ουσιαστικό με το Υπουργείο και με τους κοινωνικούς φορείς με τη δική τους πρόταση με στόχο να προωθηθεί η ουσιαστική και η πραγματικού εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού περιεχομένου πρότασή τους.

Θεωρώ εκπαιδευτικό και πολιτικό λάθος την άποψη: «καμιά αξιολόγηση στο σχολείο». Τα αριστερίστικα ιδεολογήματα που συνάπτονται με δήθεν ηρωικές απόψεις – αλλά οδηγούν σε κοινωνική απομόνωση και σε ήττες – και καλλιεργούν φοβίες στους εκπαιδευτικούς είναι εκτός πραγματικότητας, όπως είναι και εκτός πραγματικότητας η πρόταση του Υπουργείου. Οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από την αξιολόγηση, από την αξιολόγηση που στοχεύει να βελτιώσει την ποιότητα της εκπαίδευσης και της δικής μας επιστημονικής εργασίας.

Ήταν μέγα λάθος που όλα τα προηγούμενα χρόνια κάποιοι δεν ήθελαν (και εξακολουθούν να μη θέλουν) να προβάλλεται η θέση της ΟΛΜΕ και έκαναν συνδικαλισμό παλιάς κοπής, «συνδικαλισμό a la cart». Ήταν λάθος που δεν ζητούσαμε με ένταση την υλοποίηση της πρότασής μας. Γιατί η αξιολόγηση πάντα είναι αναγκαία, είναι συστατικό και ανατροφοδοτικό στοιχείο της λειτουργίας του σχολείου, γιατί με την αξιολόγηση θα αναδειχθούν πιο καθοριστικά ο ρόλος και η ευθύνη όλων μας και του καθενός μας, γιατί η αξιολόγηση αφορά όλους μας – εκτός αν μερικοί αυτοθεωρούνται «αυθεντίες» (!) -, όλους τους εκπαιδευτικούς και μάς βοηθά να βελτιώσουμε το έργο μας, γιατί η αξιολόγηση αυξάνει την παιδαγωγική μας ευθύνη και ενισχύει το παιδαγωγικό μας έργο, γιατί η αξιολόγηση θα δώσει ώθηση στην ποιότητα των μορφωτικών εφοδίων των μαθητών μας.

Η πρόταση της ΟΛΜΕ για την αξιολόγηση είναι – κατά τη γνώμη μου πάντα – μια από τις καλύτερες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις που έχει κάνει ο κλάδος των εκπαιδευτικών στην ιστορία της κινηματικής δράσης του. Η πρόταση αυτή της ΟΛΜΕ είναι μια από τις καλύτερες και πιο υπεύθυνες «στιγμές της». Αλλά επ’ αυτής της πρότασης της ΟΛΜΕ και του θέματος της αξιολόγησης συνολικά, θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά. Γιατί η όλη ιστορία έχει χρονικό βάθος και αφορά την προοπτική του σχολείου και του εκπαιδευτικού επαγγέλματος!

Δεν υπάρχουν σχόλια: