Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας «πασόκος» του καιρού μας

 Νίκos Τσούλιαs
Του Νίκου Τσούλια
Πρόκειται για ένα “δυσεύρετο” πολιτικό είδος, για ένα είδος που δύσκολα παραδέχεται την ταυτότητά του, για ένα είδος που απορεί με το τι συμβαίνει γύρω του. Σκόρπισαν τα είδη της συνομοταξίας του σαν του «λαγού τα παιδιά» και αυτός μισοκρύβεται και δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει˙ να πάει προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση ή να περιμένει εκεί που είναι μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο; Πριν τριάντα χρόνια, όποιος δεν ήταν πασόκος αισθανόταν περίπου άσχημα και πάντως ήταν εκτός του κεντρικού πολιτικού οικοσυστήματος· ακόμα και αυτός που δεν ήταν, έβλεπε τον πασόκο με κάποιο δέος, με κάποια ζήλεια και αν τον βόλευε, έλεγε και αυτός ότι ήταν πασόκος ή κάτι σχετικό. Τώρα η εικόνα είναι ακριβώς αντεστραμμένη.
      Τώρα δύσκολα τον βρίσκεις, κανένας δεν το ομολογεί, παρά μόνο αν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς ή αν δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Ακόμα και πριν μόλις μερικά χρόνια περίπου οι μισοί Έλληνες (40%) – έστω χωρίς το παλιό πάθος – ήταν πασόκοι. Τώρα λίγα χρόνια μετά μπορεί να έχουν τεμαχιστεί και αυτό το μεγάλο ποσοστό του 40% να έχει διαιρεθεί πολλαπλά. Σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε – εκτός των πολλών άλλων, των πολλών και καινοφανών και όχι μόνο – ότι α) ποτέ στη σύγχρονη πολιτική ιστορία μας δεν είχαμε τέτοιου μεγέθους κομματική κατάρρευση σαν αυτή που συνέβη στο εποικοδόμημα του πασόκου και β) μάλλον ήταν η τελευταία περίπτωση – για τα αρκετά επόμενα χρόνια – μεγάλου και περίπου πλειοψηφικού κόμματος. Τώρα τα πάντα αλλάζουν…
      Δεν σκόρπισαν όλοι οι πρώην πασόκοι για τους ίδιους λόγους ούτε από την άλλη πλευρά όσοι έμειναν πασόκοι έμειναν για τους ίδιους λόγους. Προφανώς κάποιοι λόγοι είναι κοινοί, ενώ άλλοι είναι για κάθε περίπτωση ξεχωριστοί. Από τους πασόκους που έφυγαν άλλοι ένιωσαν προδομένοι και είναι σφόδρα οργισμένοι και νιώθουν έντονα μετέωροι, άλλοι επέλεξαν την «άλφα» ή τη «βήτα» κατεύθυνση με κριτήρια αμιγώς πολιτικά, άλλοι έκαναν έναν σχετικό θόρυβο – για ευνόητους λόγους – και εντάχθηκαν σε ένα συγγενικό κόμμα εκτιμώντας ότι εκεί θα γεννηθεί κάτι παρόμοιο με το πρώην κόμμα τους και προσδοκώντας έστω κάποια απροσδιόριστα οφέλη – είτε γενικότερα πολιτικά είτε αμιγώς προσωπικά -, άλλοι πήγαν στην πιο εμφανώς ανερχόμενη δύναμη με περίσσεια σκοπιμότητας και γι’ αυτό προέβησαν και προβαίνουν σε μεθόδους γενιτσαρισμού και άλλοι περιμένουν να δουν τις εσωτερικές εξελίξεις στο πρώην κόμμα τους και να ξανασκεφτούν την όλη στάση τους, αφού πρώτα αξιολογήσουν μαζί με τις παλιές και τις νέες τους επιλογές στο πού οδηγούν όλες αυτές και να συνεξετάσουν τις ευρύτερες αλλαγές του γενικού πολιτικού σκηνικού.
      Απ’ αυτούς που έμειναν άλλοι έμειναν για συναισθηματικούς λόγους, γιατί έχουν αγαπήσει και έχουν λατρέψει το κόμμα τους πολύ. Άλλοι γιατί αισθάνονται «καθαροί» από όλες τις σκιές του κόμματός των και δεν έχουν κανένα λόγο να απολογηθούν ή να κρυφτούν, αν και νιώθουν κάποιου είδους ενοχή για λογαριασμό άλλων. Άλλοι θεώρησαν ότι έτσι υπερασπίζονται το παρελθόν τους και ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους μέσα στο οποίο αυτοί λειτούργησαν απόλυτα πολιτικά και ορθολογικά, θεωρώντας ότι τα λάθη βαραίνουν την ηγεσία τους˙ άλλωστε λίγα χρόνια πριν είχαν επιλέξει το κόμμα τους περίπου οι μισοί Έλληνες – όπως προαναφέραμε – και αν υπάρχει έννοια συλλογικής ευθύνης – που σαφώς δεν μπορεί να υπάρξει -, τότε η ευθύνη είναι πολύ γενικότερη και αφορά και αυτούς που σκόρπισαν απ’ εδώ και απ’ εκεί. Αυτή η μερίδα των πασόκων θεωρώ ότι κάνουν και μια ιστορικής σημασίας εκτίμηση – με τίτλο «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι» – ότι μετά από ένα διάστημα ο κεντρώος χώρος, ο κοινωνικός και ιδεολογικός χώρος τους με την ευρύτερη έννοια, θα αναπτυχθεί, αφού η κοινωνική πλειοψηφία στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1960 και δώθε, ήταν πλειοψηφία μεταρρυθμιστική – με πολιτική κουλτούρα τις διαρκείς ήπιες αλλαγές στο όλο σκηνικό της δημόσιας ζωής – και οι όποιες ανακατατάξεις γίνουν θα είναι μόνο στην κομματική τιτλοφόρηση και όχι στην ουσία της «πολιτικής πρότασης».
      Βέβαια η προδικτατορική ιστορία του τόπου μας έχει διδάξει ότι κατ’ επανάληψη ο χώρος του περίφημου «Κέντρου» ήταν συχνά κατακερματισμένος και δύσκολα αποκτούσε ενιαία μορφή. Ωστόσο και εδώ υπάρχει αντίλογος, αφού πλέον φαίνεται όλο και πιο έντονα ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας μας έχει εισέλθει στον αστερισμό της διακυβέρνησης των διακομματικών συνεργασιών όπου η χρησιμότητα ενός κόμματος μπορεί να είναι εμφανής ακόμα και με εκλογικά ποσοστά μακράν του βεληνεκούς των πλειοψηφικών ρευμάτων.
      Ο πασόκος του καιρού μας βλέπει πολλούς πασόκους γύρω του, αλλά δεν βλέπει το πάλι ποτέ πανίσχυρο κόμμα του. Και αυτή η αντινομία βιώνεται εν πολλοίς ως προσωπική αντίφαση, ως ένα μίγμα νοσταλγικής και μελαγχολικής μορφολογίας, ως διαρκής πολιτική απορία.
      Ο πασόκος του καιρού μας, αν και ζει σε ένα ασφυκτικό σύμπαν απολογητικής διάθεσης και εμφανούς αμηχανίας, έχει δύο βεβαιότητες – προάγγελους ευοίωνης προοπτικής. Ξέρει ότι η αξιολόγηση της Ιστορίας δεν είναι ποτέ συγκυριακή αλλά επιτελείται σε χρονική μακροκλίμακα, όπου τα γεγονότα αποκτούν τα πραγματικά τους σχήματα και τις υπαρκτές διαστάσεις τους.  Ξέρει επίσης ότι το μέλλον δεν δημιουργείται με δημαγωγία και εύκολες λύσεις αλλά με γνώση και αγώνα, με σχέδιο και ρεαλισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: